colimaçoncompilation
από 13
colimaçoncompilation
colimaçon[n]
collaborateur[n]

συνάδελφος,συνεργάτης

collaboration[n]

συνεργασία,συνεργασία

collaborer[v]

συνεργάζομαι,συνεργώ

collage[n]

κολάζ,κολάζ

collant[n][adj]

καλσόν,λέγκα • κολλώδης,προσκολλώμενος

collation[n]

σύγκριση,αντιπαραβολή

colle[n]

κόλλα,προσκολλητικό

collecter[v]

συλλέγω, μαζεύω

collectif[adj][n]

συλλογικός,κοινοτικός • συλλογικότητα,ομάδα

collection[n]

συλλογή,συλλογή αντικειμένων

collectionner[v]

συλλέγω

collectionneur[n]

συλλέκτης,συλλέκτορας

collège[n]

γυμνάσιο,κολέγιο

collégien[n]

μαθητής γυμνασίου,φοιτητής κολλεγίου

collègue[n]

συνάδελφος,συνεργάτης

coller[v]

κολλώ,κολλώ με κόλλα

collier[n]

κολιέ,περιδέραιο

collier ras du cou[n]

κολιέ κοντά στο λαιμό,σφιχτό κολιέ

colline[n]

λόφος,ύψωμα

collision[n]
colloque[n]
collyre[n]

κολλύριο,σταγόνες για τα μάτια

colocataire[n]

συγκάτοικος,συγκάτοικος

colocation[n]

διαμοιρασμός διαμερίσματος,κοινή ενοικίαση κατοικίας

colombe[n]

περιστέρι,τρυγόνι

colombie[n]
colombien[adj][n]
côlon[n]

κόλον,παχύ έντερο

colonial[adj]
colonie[n]

αποικία,οικισμός

colonnade[n]

στοά κιόνων,κολωνάδα

colonne[n]

στήλη,κολώνα

colonne vertébrale[n]

σπονδυλική στήλη,ραχοκοκαλιά

coloration[n]

χρωματισμός,βαφή

coloré[adj]

πολύχρωμος,ζωηρός

colorer[v]

χρωματίζω,βάφω

coloriste[n]

χρωματιστής,καλλιτέχνης του χρώματος

coma[n]

κώμα,κατάσταση κώματος

combat[n]

μάχη,αντιπαράθεση

combattant[n]

μαχητής,πολεμιστής

combattre[v]

πολεμώ εναντίον,αντιμετωπίζω

combien[adv]

πόσο,πόσος

combinaison[n]

συνδυασμός,μείξη

combinaison de vol[n]

στολή πτήσης,κοστούμι πτήσης

comble[n][adj]
combler[v]

γεμίζω,γεμίζω πλήρως

combustible[n][adj]
combustion[n]

καύση,καύση

comédie[n]

κωμωδία,κωμικό έργο

comédie d'action[n]

κωμωδία δράσης,κωμωδία δράσης

comédie musicale[n]

μουσικό,μουσική κωμωδία

comédie noire[n]

μαύρη κωμωδία,σκοτεινή κωμωδία

comédie romantique[n]

ρομαντική κωμωδία,κωμωδία αγάπης

comédien[n][adj]

ηθοποιός,κωμικός • θεατρικός,υπερβολικός

comestible[adj][n]

βρώσιμος,καταναλώσιμος • εδώδιμα,τροφές

comète[n]
comique[adj][n]
comité[n]

επιτροπή,κομιτάτο

commande[n]

παραγγελία,εντολή

commandement[n]
comme[prep][adv][conj]

όπως • πώς,πόσο • μόλις

commémoratif[adj]

αναμνηστικός,επιμνηστικός

commémoration[n]

επέτειος,τελετή μνήμης

commémorer[v]

απομνημονεύω,θυμάμαι δημοσίως

commencer[v]

ξεκινώ,αρχίζω

comment[adv][n]
commentaire[n]

σχόλιο,παρατήρηση

commenter[v]

σχολιάζω,εκφράζω γνώμη

commerçant[n][adj]

έμπορος,εμπορικός • εμπορικός,εμπορικό

commerce[n]

εμπόριο,εμπορική δραστηριότητα

commercial[adj][n]

εμπορικός,εμπορικό • εμπορικός αντιπρόσωπος,πωλητής

commercialiser[v]

εμπορευματοποιώ,πουλώ

commettre[v]

διαπράττω,εκτελώ

commis de salle[n]

βοηθός σερβιτόρου,νεαρός σερβιτόρος

commissaire-priseur[n]
commissariat[n]

αστυνομικό τμήμα,αστυνομικό σταθμό

commission[n]

προμήθεια,αμοιβή

commode[n][adj]

κομό,συρταριέρα • άνετος,πρακτικός

commotion cérébrale[n]

εγκεφαλική διάσειση,ελαφρύ κρανιοεγκεφαλικό τραύμα

commun[adj]
communautaire[adj]
communauté[n]

κοινότητα,κοινωνία

commune[n]
communication[n]

επικοινωνία,μετάδοση

communiquer[v]

επικοινωνώ,μεταδίδω

compact[adj]

συμπαγής,πυκνός

compagnon[n]

σύντροφος,σύζυγος

comparaison[n]

σύγκριση,παραβολή

comparer[v]

συγκρίνω

compartiment[n]

διαμέρισμα,τμήμα

compas[n]

διαβήτης,πυξίδα

compassion[n]

συμπόνια,οίκτος

compatible[adj]

συμβατός,συμβατός

compenser[v]
compétence[n]
compétent[adj]

ικανός,αρμόδιος

compétitif[adj]

ανταγωνιστικός,ανταγωνιστικό

compétition[n]

ανταγωνισμός,διαγωνισμός

compilation[n]

συλλογή,σύνταξη

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή