Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comique
01
qui fait rire, qui est drôle ou amusant
Παραδείγματα
C' est comique qu' à cette époque, on parle de la discrimination.
02
qui appartient au genre de la comédie ou de l'art de faire rire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
comique
αρσενικό πληθυντικό
comiques
θηλυκό ενικό
comique
θηλυκό πληθυντικό
comiques
Παραδείγματα
Molière est l' un des plus grands auteurs comiques français.
Le comique
01
artiste dont le métier est de faire rire le public
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
comiques
Παραδείγματα
Ce gars est un comique : il a toujours une bonne blague à raconter !



























