Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La colonne
01
στήλη, κολώνα
élément vertical, architectural ou structurel, servant à soutenir une construction ou à orner un bâtiment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
colonnes
Παραδείγματα
La colonne soutient le toit du bâtiment.
Η στήλη υποστηρίζει την οροφή του κτιρίου.
02
αναμνηστική στήλη, μνημειακή στήλη
monument vertical, souvent isolé, érigé pour commémorer une personne, un événement ou une victoire
Παραδείγματα
Une colonne commémorative se dresse au centre de la place.
Μια αναμνηστική στήλη στέκεται στο κέντρο της πλατείας.



























