le colocataire
co
kaw
lo
law
ca
kaa
taire
tɛʁ
ter

Ορισμός και σημασία του "colocataire"στα γαλλικά

Le colocataire
01

συγκάτοικος, συγκάτοικος

personne qui partage un logement avec d'autres personnes 
le colocataire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
colocataires
θηλυκό ενικό
colocataire
Παραδείγματα
Mon colocataire est très organisé et propre. 

Ο συγκάτοικός μου είναι πολύ οργανωμένος και καθαρός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store