le colocataire
Pronunciation
/kolɔkatɛʀ/

Ορισμός και σημασία του "colocataire"στα γαλλικά

Le colocataire
01

συγκάτοικος, συγκάτοικος

personne qui partage un logement avec d'autres personnes
le colocataire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
colocataires
Παραδείγματα
Ils ont choisi leurs colocataires selon leurs centres d' intérêt.
Επέλεξαν τους συγκάτοικούς τους σύμφωνα με τα κέντρα ενδιαφέροντός τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store