Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
communiquer
01
επικοινωνώ, μεταδίδω
transmettre des informations ou des nouvelles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
communique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
communiquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
communiquerai
ενεστώτα μετοχή
communiquant
παθητική μετοχή
communiqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
communiquions
Παραδείγματα
La secrétaire communique les messages aux employés.
Η γραμματέας επικοινωνεί τα μηνύματα στους υπαλλήλους.
02
μεταδίδω, μεταφέρω
transmettre ou transférer quelque chose
Παραδείγματα
Ils communiquent les décisions prises à tous les employés.
Επικοινωνούν τις ληφθείσες αποφάσεις σε όλους τους υπαλλήλους.
03
επικοινωνώ, έρχομαι σε επαφή
établir un lien ou un contact avec quelqu'un
Παραδείγματα
Je communique rarement avec mon ancien professeur.
Σπάνια επικοινωνώ με τον πρώην δάσκαλό μου.



























