Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La communication
01
επικοινωνία, μετάδοση
fait de faire passer une information, une idée ou un message à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
communications
Παραδείγματα
Elle a suivi une formation sur la communication efficace.
Πήρε μια εκπαίδευση για την αποτελεσματική επικοινωνία.
02
επικοινωνία, επικοινωνίες
étude ou pratique des techniques et méthodes de diffusion de l'information, souvent dans les médias, la publicité ou les relations publiques
Παραδείγματα
La communication digitale est en constante évolution.
Η ψηφιακή επικοινωνία βρίσκεται σε συνεχή εξέλιξη.
03
μέσο επικοινωνίας, κανάλι επικοινωνίας
outils, supports ou procédés permettant de faire passer un message
Παραδείγματα
La communication visuelle peut être très efficace.
Η οπτική επικοινωνία μπορεί να είναι πολύ αποτελεσματική.
Λεξικό Δέντρο
communication
communicate



























