Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
collectif
01
συλλογικός, κοινοτικός
qui concerne un groupe de personnes ou une communauté
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
collectif
αρσενικό πληθυντικό
collectifs
θηλυκό ενικό
collective
θηλυκό πληθυντικό
collectives
Παραδείγματα
Les efforts collectifs ont permis le succès de l' équipe.
Οι συλλογικές προσπάθειες επέτρεψαν την επιτυχία της ομάδας.
Le collectif
[gender: masculine]
01
συλλογικότητα, ομάδα
un groupe de personnes qui agissent ensemble
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
collectifs
Παραδείγματα
Le collectif a pris une décision importante.
Το συλλογικό πήρε μια σημαντική απόφαση.



























