collecter
Pronunciation
/kɔlɛkte/

Ορισμός και σημασία του "collecter"στα γαλλικά

collecter
01

συλλέγω, μαζεύω

rassembler ou réunir des objets, des informations ou de l'argent
collecter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
collecte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
collectons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
collecterai
ενεστώτα μετοχή
collectant
παθητική μετοχή
collecté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
collection
Παραδείγματα
Nous collectons des vêtements pour les personnes dans le besoin.
Συλλέγουμε ρούχα για άτομα σε ανάγκη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store