Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coller
01
κολλώ, κολλώ με κόλλα
fixer une chose à une autre avec de la colle ou en appuyant fortement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
colle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
collons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
collerai
ενεστώτα μετοχή
collant
παθητική μετοχή
collé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
collions
Παραδείγματα
Il faut coller les photos dans l'album.
Πρέπει να κολλήσετε τις φωτογραφίες στο άλμπουμ.
02
επικολλώ, εισάγω
insérer un texte, une image ou un fichier copié dans un document ou un programme
Παραδείγματα
Tu peux coller le texte ici avec Ctrl + V.
Μπορείτε να επικολλήσετε το κείμενο εδώ με Ctrl + V.
03
αποτυγχάνω, κοπώ
ne pas réussir un examen ou une épreuve
Παραδείγματα
Il a collé à son examen de maths.
Απέτυχε στην εξέτασή του στα μαθηματικά.
04
ταιριάζω, συμφωνώ
être en accord ou compatible avec quelque chose
Παραδείγματα
Son histoire ne colle pas avec les faits.
Η ιστορία του δεν ταιριάζει με τα γεγονότα.
05
κολλώ, πιέζω
mettre quelque chose contre une surface ou très près d'une autre chose
Παραδείγματα
Il a collé son oreille à la porte pour écouter.
Κολλησε το αυτί του στην πόρτα για να ακούσει.



























