le collier
coll
kɔl
κολ
ier
je
γε
collercellier

Ορισμός και σημασία του "collier"στα γαλλικά

01

κολιέ, περιδέραιο

bijou porté autour du cou pour décorer 
le collier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
colliers
Παραδείγματα
Elle porte un joli collier en or. 

Φοράει ένα όμορφο χρυσό κολιέ.

02

κολάρο, λουρί

bande portée autour du cou d'un animal pour le tenir ou l'attacher 
le collier definition and meaning
Παραδείγματα
Le chien porte un collier rouge. 

Ο σκύλος φοράει ένα κόκκινο κολάρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

collier
coal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store