collecter
co
kaw
llec
lɛk
lek
ter
te
te
colleter

Ορισμός και σημασία του "collecter"στα γαλλικά

collecter
01

συλλέγω, μαζεύω

rassembler ou réunir des objets, des informations ou de l'argent 
collecter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
collecte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
collectons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
collecterai
ενεστώτα μετοχή
collectant
παθητική μετοχή
collecté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
collection
Παραδείγματα
Ils collectent des fonds pour une association caritative. 

Αυτοί συλλέγουν χρήματα για μια φιλανθρωπική οργάνωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store