Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
collecter
01
συλλέγω, μαζεύω
rassembler ou réunir des objets, des informations ou de l'argent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
collecte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
collectons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
collecterai
ενεστώτα μετοχή
collectant
παθητική μετοχή
collecté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
collection
Παραδείγματα
Ils collectent des fonds pour une association caritative.
Αυτοί συλλέγουν χρήματα για μια φιλανθρωπική οργάνωση.



























