Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La collation
[gender: feminine]
01
σνακ, δείπνισμα
petit repas pris entre les repas principaux
Παραδείγματα
Les collations aident à maintenir l' énergie pendant la journée.
Τα σνακ βοηθούν στη διατήρηση της ενέργειας κατά τη διάρκεια της ημέρας.
02
σύγκριση, αντιπαραβολή
action de comparer ou d'adapter des éléments pour les rendre compatibles ou cohérents
Παραδείγματα
La collation des textes anciens aide les chercheurs à comprendre l' évolution des idées.
Η σύγκριση αρχαίων κειμένων βοηθά τους ερευνητές να κατανοήσουν την εξέλιξη των ιδεών.



























