Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La collaboration
01
συνεργασία, συνεργασία
action de travailler conjointement avec d'autres pour atteindre un objectif commun
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Cette recherche est le fruit d'une collaboration internationale.
Αυτή η έρευνα είναι το αποτέλεσμα μιας διεθνούς συνεργασίας.
Λεξικό Δέντρο
collaboration
collaborate



























