Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le col
01
γιακάς, κολάρο
partie d'un vêtement qui entoure le cou
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cols
Παραδείγματα
Le col de sa chemise est trop serré.
Ο γιακάς του πουκάμισου του είναι πολύ σφιχτός.
02
ορεινό πέρασμα, πέρασμα
passage étroit entre deux montagnes
Παραδείγματα
Ce col offre un passage entre la France et l'Espagne.
Λεξικό Δέντρο
collet
col



























