le col
col
kɔl
κολ
volbolsolpaul

Ορισμός και σημασία του "col"στα γαλλικά

01

γιακάς, κολάρο

partie d'un vêtement qui entoure le cou 
le col definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cols
Παραδείγματα
Le col de sa chemise est trop serré. 

Ο γιακάς του πουκάμισου του είναι πολύ σφιχτός.

02

ορεινό πέρασμα, πέρασμα

passage étroit entre deux montagnes 
le col definition and meaning
Παραδείγματα
Ce col offre un passage entre la France et l'Espagne. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

collet
col
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store