Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coincer
01
κολλώ, παγιδεύω
bloquer ou serrer quelque chose, ou être pris au piège
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
coince
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
coinçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
coincerai
παθητική μετοχή
coincé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
coincions
Παραδείγματα
La souris s'est coincée dans le piège.
Το ποντίκι κολλήσει στην παγίδα.
02
παγιδεύω, βάζω σε δύσκολη θέση
mettre quelqu'un dans une situation difficile sans issue, souvent par des questions ou des pressions
Παραδείγματα
Le journaliste a coincé le politicien sur ses contradictions.
Ο δημοσιογράφος έσφιξε τον πολιτικό για τις αντιφάσεις του.
03
σφηνώνω, κολλώ
bloquer ou serrer quelque chose de manière à l'immobiliser
Παραδείγματα
Il a coincé la porte avec une pierre.
Έφραξε την πόρτα με μια πέτρα.



























