coiffer
Pronunciation
/kwafe/

Ορισμός και σημασία του "coiffer"στα γαλλικά

coiffer
01

κομμώ, στυλάρω τα μαλλιά

arranger ou mettre en forme les cheveux de quelqu'un
coiffer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
coiffe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
coiffons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
coifferai
ενεστώτα μετοχή
coiffant
παθητική μετοχή
coiffé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
coiffions
Παραδείγματα
La coiffeuse coiffe toujours parfaitement ses clients.
Κομμώσει κομμώνει πάντα τέλεια τους πελάτες της.
02

χτενίζομαι, τακτοποιώ τα μαλλιά μου

arranger ou brosser ses cheveux pour qu'ils soient beaux
coiffer definition and meaning
Παραδείγματα
Elle se coiffe soigneusement pour la fête.
Αυτή χτενίζεται προσεκτικά για το πάρτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store