coiffer
coiffer
kwafe
kvafe
coiffeur

Ορισμός και σημασία του "coiffer"στα γαλλικά

coiffer
01

κομμώ, στυλάρω τα μαλλιά

arranger ou mettre en forme les cheveux de quelqu'un 
coiffer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
coiffe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
coiffons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
coifferai
ενεστώτα μετοχή
coiffant
παθητική μετοχή
coiffé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
coiffions
Παραδείγματα
Le coiffeur coiffe ses clients tous les jours. 

Ο κουρέας χτενίζει τους πελάτες του κάθε μέρα.

02

χτενίζομαι, τακτοποιώ τα μαλλιά μου

arranger ou brosser ses cheveux pour qu'ils soient beaux 
coiffer definition and meaning
Παραδείγματα
Elle se coiffe devant le miroir tous les matins. 

Αυτή χτενίζεται μπροστά στον καθρέφτη κάθε πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store