cogner
cogner
kɔɲe
kawnie
corner

Ορισμός και σημασία του "cogner"στα γαλλικά

cogner
01

συγκρούομαι, χτυπάω

entrer en collision par accident avec un objet ou une personne 
cogner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cogne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cognons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cognerai
ενεστώτα μετοχή
cognant
παθητική μετοχή
cogné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cognions
Παραδείγματα
Je me suis cogné le genou contre la table. 

Χτύπησα το γόνατό μου στο τραπέζι.

02

χτυπώ, δέρνω

frapper quelqu'un ou quelque chose avec force 
cogner definition and meaning
Παραδείγματα
Il a cogné son frère sans prévenir. 

Χτύπησε τον αδερφό του χωρίς προειδοποίηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store