Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cogner
01
συγκρούομαι, χτυπάω
entrer en collision par accident avec un objet ou une personne
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cogne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cognons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cognerai
ενεστώτα μετοχή
cognant
παθητική μετοχή
cogné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cognions
Παραδείγματα
Je me suis cogné le genou contre la table.
Χτύπησα το γόνατό μου στο τραπέζι.
02
χτυπώ, δέρνω
frapper quelqu'un ou quelque chose avec force
Παραδείγματα
Il a cogné son frère sans prévenir.
Χτύπησε τον αδερφό του χωρίς προειδοποίηση.



























