la collaboration
Pronunciation
/kɔ(l)labɔʀasjɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "collaboration"στα γαλλικά

La collaboration
01

συνεργασία, συνεργασία

action de travailler conjointement avec d'autres pour atteindre un objectif commun
la collaboration definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Son refus de collaboration a tout bloqué.
Η άρνησή του να συνεργαστεί μπλόκαρε τα πάντα.

Λεξικό Δέντρο

collaboration
collaborate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store