Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La collation
01
σνακ, δείπνισμα
petit repas pris entre les repas principaux
Παραδείγματα
Elle prend une collation avant de partir travailler.
Παίρνει ένα σνακ πριν πάει στη δουλειά.
02
σύγκριση, αντιπαραβολή
action de comparer ou d'adapter des éléments pour les rendre compatibles ou cohérents
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La collation des documents permet d'éviter les erreurs.
Η σύγκριση των εγγράφων επιτρέπει την αποφυγή λαθών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
collation
collate



























