collectif
co
kaw
llec
lɛk
lek
tif
tɪf
tif

Ορισμός και σημασία του "collectif"στα γαλλικά

01

συλλογικός, κοινοτικός

qui concerne un groupe de personnes ou une communauté 
collectif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
collectif
αρσενικό πληθυντικό
collectifs
θηλυκό ενικό
collective
θηλυκό πληθυντικό
collectives
Παραδείγματα
Une décision collective est prise par tout le groupe. 

Μια συλλογική απόφαση λαμβάνεται από ολόκληρη την ομάδα.

01

συλλογικότητα, ομάδα

un groupe de personnes qui agissent ensemble 
le collectif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
collectifs
Παραδείγματα
Le collectif a organisé une réunion hier. 

Το συλλογικό οργάνωσε μια συνάντηση χθες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store