Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
commercialiser
01
εμπορευματοποιώ, πουλώ
vendre ou distribuer un produit en utilisant les canaux commerciaux et la publicité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
commercialise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
commercialisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
commercialiserai
ενεστώτα μετοχή
commercialisant
παθητική μετοχή
commercialisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
commercialisions
Παραδείγματα
Il a décidé de commercialiser son invention après plusieurs tests.
Αποφάσισε να εμπορευματοποιήσει την εφεύρεσή του μετά από αρκετές δοκιμές.



























