Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
commenter
01
σχολιάζω, εκφράζω γνώμη
donner son avis ou faire une remarque sur quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
commente
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
commentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
commenterai
ενεστώτα μετοχή
commentant
παθητική μετοχή
commenté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
commentions
Παραδείγματα
Il aime commenter les photos de ses amis.
Του αρέσει να σχολιάζει τις φωτογραφίες των φίλων του.
02
σχολιάζω, κάνω σχόλιο
écrire un texte sous une publication, photo, vidéo ou article sur Internet pour donner son avis ou réagir
Παραδείγματα
Elle a commenté ma photo sur Instagram.
Αυτή σχολίασε τη φωτογραφία μου στο Instagram.



























