commettre
Pronunciation
/kɔmɛtʀ/

Ορισμός και σημασία του "commettre"στα γαλλικά

commettre
01

διαπράττω, εκτελώ

faire une erreur, un crime ou un acte important, souvent négatif
commettre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
commets
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
commettons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
commettrai
ενεστώτα μετοχή
commettant
παθητική μετοχή
commis
α΄ πληθυντικό παρατατικού
commettions
Παραδείγματα
Ne commettez pas d' imprudence.
Μην διαπράξετε καμία απερισκεψία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store