chevesnecité
από 13
chevesnecité
chevesne[n]

κέφαλος,ασημόψαρο

cheveux[n]

μαλλιά,τρίχες

cheville[n]

αστράγαλος,άρθρωση του αστραγάλου

chèvre[n]

κατσίκα,αίγα

chevreau[n]

κατσικάκι,μικρή κατσίκα

chewing-gum[n]

τσίχλα,μαστίχα

chez[prep]

στο σπίτι του/της,στον/στην

chic[adj]

κομψός,μόδα

chicorée[n]

ραδίκι,εντίβια

chien[n][adj]

σκύλος,κουτάβι • πεισματάρης,πεισματάρης

chien de chasse[n]

κυνηγετικό σκυλί,κυνηγετικό σκυλί (hound)

chien de mer[n]

σκυλόψαρο,μικρός καρχαρίας

chiffon[n]

παλιομπαζό,κουρέλι

chiffre[n]

ψηφίο,αριθμός

chiffre arabe[n]

αραβικό ψηφίο,αραβικός αριθμός

chiffre d'affaires[n]

κύκλος εργασιών,όγκος πωλήσεων

chiffre romain[n]

ρωμαϊκός αριθμός,ρωμαϊκό ψηφίο

chignon[n]

κότσο,κόμβος μαλλιών

chihuahua[n]

τσιουάουα,σκύλος τσιουάουα

chimie[n]

χημεία,επιστήμη της χημείας

chimique[adj]

χημικός,χημική

chimiste[n]

χημικός,χημίστρια

chimpanzé[n]

χιμπατζής,ανθρωποειδής πίθηκος

chinchilla[n]

τσιντσίλα,τσιντσίλα

chine[n]

Κίνα,Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας

chinois[adj][n]

κινέζικος,κινέζικος • κινέζικα,κινέζικη γλώσσα

chiot[n]

κουτάβι,σκυλάκι

chipolata[n]

λεπτό λουκάνικο,τσιπολάτα

chips[n]

πατατάκια,τσιπς

chirurgical[adj]

χειρουργικός,χειρουργική

chirurgie[n]
chirurgie esthétique[n]

αισθητική χειρουργική,κοσμητική χειρουργική

chirurgien[n]

χειρουργός

choc[n]

σύγκρουση,πρόσκρουση

chocolat[n][adj]

σοκολάτα,προϊόν σοκολάτας • χρώμα σοκολάτας,καφέ σοκολάτας

chocolat chaud[n]

ζεστή σοκολάτα,ζεστό κακάο

chœur[n]

χορωδία,πρεσβυτέριο

choisir[v]

επιλέγω,διαλέγω

choix[n]

επιλογή,διάλεξη

cholestérol[n]
chômage[n]

ανεργία,έλλειψη εργασίας

chômeur[n]

άνεργος,άνεργο άτομο

choquant[adj]

συγκλονιστικός,σοκαριστικός

choqué[adj]

σοκαρισμένος,συγκλονισμένος

chorale[n]

χορωδία,χορευτική ομάδα

chorégraphe[n]

χορογράφος

chorégraphie[n]

χορογραφία,σύνθεση χορού

chorégraphier[v]

χορογραφώ,σχεδιάζω τη χορογραφία

chou[n]

λάχανο,κράμβη

chou de bruxelles[n]

λαχανάκια Βρυξελλών,κουνουπίδι Βρυξελλών

chou kale[n]

λάχανο kale,κέιλ

chou-fleur[n]

κουνουπίδι,κουνουπίδι

chouette[adj]

ευχάριστος,όμορφος

chrétien[adj][n]

χριστιανικός,χριστιανική • Χριστιανός,πιστός Χριστιανός

chrétienté[n]
christianisme[n]

Χριστιανισμός,χριστιανική θρησκεία

chromosome[n]
chronicité[n]
chronique[n][adj]

χρονικό,χρονολογική αφήγηση • χρόνιος,διαρκής

chroniqueur[n]

συνεργάτης στήλης,χρονικογράφος

chronologique[adj]
chuchotement[n]

ψίθυρος,μουρμουρητό

chuchoter[v]

ψιθυρίζω,μουρμουρίζω

chute[n]

πτώση,κατάρρευση

chuter[v]

καταρρέω,πέφτω απότομα

cible[n]
ciboule[n]

φρέσκο κρεμμύδι,πράσινο κρεμμύδι

ciboulette[n]

σχοινόπρασο,κρεμμυδάκι

cicatrice[n]

ουλή,σημάδι από πληγή

cicatrisation[n]
cicatriser[v]

ουλώνω,θεραπεύω

cidre[n]

μηλίτης,αλκοολούχο ποτό από μήλα

ciel[n]

ουρανός,ουρανό

cigarette[n]

τσιγάρο

cil[n]

βλεφαρίδα,τρίχα βλεφαρίδας

ciment[n]

τσιμέντο,δεσμευτικό υλικό

cimetière[n]

νεκροταφείο,κοιμητήριο

cinéaste[n]

κινηματογραφιστής,σκηνοθέτης

cinéma[n]

κινηματογράφος,αίθουσα κινηματογράφου

cinémathèque[n]

κινηματοθήκη,αρχείο ταινιών

cinématographique[adj]

κινηματογραφικός,κινηματογραφική

cinéphile[n]

κινηματοφίλος,φιλότινος

cinglé[adj]

τρελός,παράφρων

cinquantaine[n]
cinquième[n]

πέμπτο μέρος,ένα πέμπτο

cintre[n]

κρεμάστρα,κρεμαστάρι

circonférence[n]

περιφέρεια,περίμετρος

circuit[n]

κύκλωμα,περιοδεία

circulaire[adj]

κυκλικός,στρογγυλός

circulation[n]

κυκλοφορία

circuler[v]

κυκλοφορώ,ρέω

cire[n]

κερί,κερί αποτρίχωσης

cirque[n]

τσίρκο,τσίρκο

ciseau[n]

σμίλη,σμίλη ξυλουργού

ciseaux[n]

ψαλίδι,ψαλίδι κοπής μετάλλων

ciselure[n]

χαρακτική,γλυπτική

cistre[n]

σίστρο,σίταρ

citadin[n][adj]

κάτοικος πόλης,πολίτης • αστικός,πολιτικός

citation[n]

παράθεση,ακριβής παράθεση

cité[n]
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή