Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cinglé
01
τρελός, παράφρων
fou, un peu délirant ou excentrique
Παραδείγματα
Il a fait quelque chose de cinglé en pleine rue.
Έκανε κάτι τρελό στη μέση του δρόμου.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
τρελός, παράφρων