Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le ciel
[gender: masculine]
01
ουρανός, ουρανό
espace visible au-dessus de la Terre, où se trouvent les nuages, le soleil, la lune et les étoiles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le coucher de soleil colore le ciel en rouge.
Το ηλιοβασίλεμα χρωματίζει τον ουρανό κόκκινο.



























