ciel
ciel
sjɛl
syel

Ορισμός και σημασία του "ciel"στα γαλλικά

Le ciel
[gender: masculine]
01

ουρανός, ουρανό

espace visible au-dessus de la Terre, où se trouvent les nuages, le soleil, la lune et les étoiles
le ciel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le coucher de soleil colore le ciel en rouge.
Το ηλιοβασίλεμα χρωματίζει τον ουρανό κόκκινο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store