cicatriser
Pronunciation
/sikatʁizˈe/

Ορισμός και σημασία του "cicatriser"στα γαλλικά

cicatriser
01

ουλώνω, θεραπεύω

guérir une blessure en formant une cicatrice
cicatriser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cicatrise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cicatrisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cicatriserai
ενεστώτα μετοχή
cicatrisant
παθητική μετοχή
cicatrisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cicatrisions
Παραδείγματα
Il faut éviter de toucher la plaie pour qu' elle cicatrise bien.
Πρέπει να αποφεύγεται το άγγιγμα του τραύματος για να επουλωθεί καλά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store