le chômeur
chô
ʃo
sho
meur
maœʁ
maoer
chômer

Ορισμός και σημασία του "chômeur"στα γαλλικά

01

άνεργος, άνεργο άτομο

personne  sans emploi qui cherche du travail 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chômeurs
αρσενικό ενικό
chômeur
θηλυκό ενικό
chômeuse
neutral form
demandeur d'emploi
Παραδείγματα
Le chômeur cherche un nouveau travail. 

Ο άνεργος ψάχνει για μια νέα δουλειά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store