Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La chronique
[gender: feminine]
01
χρονικό, χρονολογική αφήγηση
récit qui rapporte des faits réels en respectant leur succession dans le temps
Παραδείγματα
Ces chroniques anciennes sont précieuses pour les chercheuses.
Αυτές οι παλιές χρονικές καταγραφές είναι πολύτιμες για τις ερευνήτριες.
chronique
01
χρόνιος, διαρκής
qui s'installe dans la durée ou se répète fréquemment
Παραδείγματα
Des retards chroniques perturbent le service.
Οι χρόνιες καθυστερήσεις διαταράσσουν την υπηρεσία.



























