Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chuchoter
01
ψιθυρίζω, μουρμουρίζω
parler à voix basse, presque en murmure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
chuchote
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
chuchotons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
chuchoterai
ενεστώτα μετοχή
chuchotant
παθητική μετοχή
chuchoté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
chuchotions
Παραδείγματα
Elle chuchote à l'oreille de son ami.
Αυτή ψιθυρίζει στο αυτί του φίλου της.



























