chuchoter
chu
ʃy
shy
cho
ʃɔ
shaw
ter
te
te

Ορισμός και σημασία του "chuchoter"στα γαλλικά

chuchoter
01

ψιθυρίζω, μουρμουρίζω

parler à voix basse, presque en murmure 
chuchoter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
chuchote
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
chuchotons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
chuchoterai
ενεστώτα μετοχή
chuchotant
παθητική μετοχή
chuchoté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
chuchotions
Παραδείγματα
Elle chuchote à l'oreille de son ami. 

Αυτή ψιθυρίζει στο αυτί του φίλου της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store