la châtaigne
châ
ʃɑ
shaa
taigne
tɛɲ
teni

Ορισμός και σημασία του "châtaigne"στα γαλλικά

01

κάστανο, βρώσιμο κάστανο

fruit comestible du châtaignier, à coque dure et à chair farineuse, consommé cuit, rôti ou en purée 
la châtaigne definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
châtaignes
Παραδείγματα
Elle a fait rôtir des châtaignes pour l'hiver. 

Έψησε κάστανα για το χειμώνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store