Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La châtaigne
01
κάστανο, βρώσιμο κάστανο
fruit comestible du châtaignier, à coque dure et à chair farineuse, consommé cuit, rôti ou en purée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
châtaignes
Παραδείγματα
Elle a fait rôtir des châtaignes pour l'hiver.
Έψησε κάστανα για το χειμώνα.



























