la chronique
chro
kʁɔ
kraw
nique
nɪk
nik
coniquetonique

Ορισμός και σημασία του "chronique"στα γαλλικά

01

χρονικό, χρονολογική αφήγηση

récit qui rapporte des faits réels en respectant leur succession dans le temps 
la chronique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
chroniques
Παραδείγματα
Cette chronique médiévale décrit la vie au château. 

Αυτό το μεσαιωνικό χρονικό περιγράφει τη ζωή στο κάστρο.

01

χρόνιος, διαρκής

qui s'installe dans la durée ou se répète fréquemment 
chronique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus chronique
συγκριτικός βαθμός
plus chronique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
chronique
αρσενικό πληθυντικό
chroniques
θηλυκό ενικό
chronique
θηλυκό πληθυντικό
chroniques
Παραδείγματα
Elle souffre de fatigue chronique. 

Υποφέρει από χρόνια κόπωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store