choisir
Pronunciation
/ʃwaziʀ/

Ορισμός και σημασία του "choisir"στα γαλλικά

choisir
01

επιλέγω, διαλέγω

prendre une option parmi plusieurs selon un critère ou une préférence
choisir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
choisis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
choisissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
choisirai
ενεστώτα μετοχή
choisissant
παθητική μετοχή
choisi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
choisissions
Παραδείγματα
Les enfants ont choisi leurs jouets préférés.
Τα παιδιά επέλεξαν τα αγαπημένα τους παιχνίδια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store