Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
choisir
01
επιλέγω, διαλέγω
prendre une option parmi plusieurs selon un critère ou une préférence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
choisis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
choisissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
choisirai
ενεστώτα μετοχή
choisissant
παθητική μετοχή
choisi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
choisissions
Παραδείγματα
Il choisit toujours les vêtements les plus simples.
Αυτός πάντα επιλέγει τα πιο απλά ρούχα.



























