Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le choc
01
σοκ, πλήγμα
réaction de surprise, de peur ou de traumatisme causée par un événement inattendu
Παραδείγματα
Le film était si intense qu' il a provoqué un choc chez le spectateur.
Η ταινία ήταν τόσο έντονη που προκάλεσε σοκ στον θεατή.
02
σύγκρουση, πρόσκρουση
collision violente ou brusque entre deux objets ou plus
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chocs
Παραδείγματα
Les passagers ont été secoués par le choc.
Οι επιβάτες κλονίστηκαν από την πρόσκρουση.
03
σύγκρουση, σύγκρουση
rencontre violente ou opposition entre personnes, groupes ou forces
Παραδείγματα
Ce conflit a dégénéré en un véritable choc violent.
Αυτή η σύγκρουση εξελίχθηκε σε μια πραγματική βίαιη σύγκρουση.



























