choquant
choquant
ʃɔkɑ̃
shawkaa

Ορισμός και σημασία του "choquant"στα γαλλικά

01

συγκλονιστικός, σοκαριστικός

qui provoque un grand étonnement ou une forte désapprobation 
choquant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus choquant
συγκριτικός βαθμός
plus choquant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
choquant
αρσενικό πληθυντικό
choquants
θηλυκό ενικό
choquante
θηλυκό πληθυντικό
choquantes
Παραδείγματα
Les images de la guerre étaient choquantes. 

Οι εικόνες του πολέμου ήταν συγκλονιστικές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store