Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
choquant
01
συγκλονιστικός, σοκαριστικός
qui provoque un grand étonnement ou une forte désapprobation
Παραδείγματα
Les injustices observées étaient choquantes.
Οι παρατηρούμενες αδικίες ήταν συγκλονιστικές.



























