le choc
choc
ʃɔk
shawk
trocrockblocdock

Ορισμός και σημασία του "choc"στα γαλλικά

01

σοκ, πλήγμα

réaction de surprise, de peur ou de traumatisme causée par un événement inattendu 
le choc definition and meaning
Παραδείγματα
La nouvelle de sa mort a été un véritable choc. 

Η είδηση του θανάτου του ήταν ένα πραγματικό σοκ.

02

σύγκρουση, πρόσκρουση

collision violente ou brusque entre deux objets ou plus 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chocs
Παραδείγματα
Le choc des voitures a provoqué des dégâts importants. 

Η σύγκρουση των αυτοκινήτων προκάλεσε σημαντικές ζημιές.

03

σύγκρουση, σύγκρουση

rencontre violente ou opposition entre personnes, groupes ou forces 
Παραδείγματα
Il y a eu un choc entre les deux équipes rivales. 

Υπήρξε μια σύγκρουση μεταξύ των δύο αντιπάλων ομάδων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store