Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cinématographique
01
κινηματογραφικός, κινηματογραφική
qui concerne le cinéma ou les films
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cinématographique
αρσενικό πληθυντικό
cinématographiques
θηλυκό ενικό
cinématographique
θηλυκό πληθυντικό
cinématographiques
Παραδείγματα
Il a un style cinématographique unique.
Έχει ένα μοναδικό κινηματογραφικό στυλ.



























