craiecuiller
από 13
craiecuiller
craie[n]

κιμωλία,κριτς

craindre[v]

φοβάμαι,ανησυχώ

crainte[n]
cramoisi[adj]

βαθύ κόκκινο,πορφυρό

crampe[n]

κράμπα,μυϊκός σπασμός

crâne[n]

κρανίο,κρανιακό κουτί

crapaud[n]

βάτραχος,φρύνος

crapule[n]

αχρείος,κακοποιός

craquant[adj]

αξιολάτρευτος,γοητευτικός

craquer[v]

τρίζω,κροτώ

cravate[n]

γραβάτα,γραβάτα για κοστούμι

crawl[n]

ελεύθερο,κρόουλ

crayon[n]

μολύβι,μολύβι γραφίτη

crayon à lèvres[n]

μολύβι για τα χείλη,μολύβι περιγράμματος χειλιών

crayon de couleur[n]

χρωματιστό μολύβι,μολύβι χρώματος

créateur[n]

δημιουργός,δημιουργήτρια

créatif[adj]

δημιουργικός,φανταστικός

création[n]

δημιουργία,δημιουργία

créativité[n]

δημιουργικότητα

créature[n]

πλάσμα,ον

crèche[n]

παιδικός σταθμός,νηπιαγωγείο

crédible[adj]
crédit[n]

πίστωση,δάνειο

créditeur[adj]

πιστωτής,δανειστής

créer[v]

δημιουργώ,παράγω

crémaillère[n]

πάρτι εγκαίνιων σπιτιού,γιορτή για το νέο σπίτι

crémation[n]

καύση,κρεμάτιο

crème[n][adj]

κρέμα,ανθόγαλα • κρεμ,κρεμ χρώμα

crème à raser[n]

κρέμα ξυρίσματος,κρέμα για ξύρισμα

crème anglaise[n]

αγγλική κρέμα,σάλτσα αγγλικής κρέμας

crème chantilly[n]

κρέμα σαντιγί,σαντιγί

crème fraîche[n]
crème glacée[n]
crème solaire[n]

αντηλιακή κρέμα,κρέμα προστασίας από τον ήλιο

crémeux[adj]

κρεμώδης,απαλός

créneau[n]

επάλξεις,βολοθυρίδα

créole[n]

κρεολική γλώσσα,κρεολικά

crêpe[n]

κρέπα,τηγανίτα

crêper[v]

κρεπάρω,δίνω όγκο στα μαλλιά

crépu[adj]

πολύ σγουρός,πλούσιος

cresson[n]

νερόκρεμμυδο,καρδαμώνα

crête[n]
creuser[v]

σκάβω,ανοίγω τρύπα

creux[adj][n]

κοίλος,κενός • κοίλωμα,κουφάλα

crever[v]
crevette[n]

γαρίδα,γαρίδα

cricket[n]

κρίκετ,παιχνίδι του κρίκετ

crier[v]

φωνάζω,κραυγάζω

crime[n]

έγκλημα,αδίκημα

crime de guerre[n]
criminalité[n]

εγκληματικότητα,εγκληματικότητα

criminel[n][adj]

εγκληματίας,κακοποιός

crinière[n]

χαίτη,τρίχες λαιμού

crise[n]

κρίση,δύσκολη στιγμή

crise cardiaque[n]

καρδιακή προσβολή,έμφραγμα του μυοκαρδίου

crise de nerfs[n]

νευρική κατάρρευση,νευρική κρίση

crispant[adj]

ενοχλητικός,αγχωτικός

cristal[n]
cristallin[n][adj]

φακός,κρυσταλλικός φακός • κρυσταλλένιος,κρυσταλλικός

critère[n]
critiquable[adj]

επικριτέος,αμφισβητήσιμος

critique[n][adj]

κριτική,κρίση • κρίσιμος,σοβαρός

critiquer[v]

κριτικάρω

croc[n]

κυνόδοντας,δόντι αρπακτικού

croche[n][adj]

όγδοο νότας,όγδοο νότας • λυγισμένος,καμπυλωμένος

crochet[n]

γάντζος,αγκίστρι

crocheter[v]

ανοίγω κλειδαριά,σπάω κλειδαριά

crocodile[n]

κροκόδειλος,αλιγάτορας

croire[v]

υποθέτω

croisé[adj][n]

διασταυρωμένος,σταυρωτός • σταυροφόρος,σταυροφόρος

croisée d'ogives[n]

παϊδάτο θόλο,θόλος με νευρώσεις

croisement[n]

διασταύρωση,σταυροδρόμι

croiser[v]

διασταυρώνω,συναντώ

croisière[n]

κρουαζιέρα,ταξίδι με πλοίο

croissance[n]

ανάπτυξη,αύξηση

croissant[n]

κρουασάν,κρουασάν

croître[v]

αυξάνομαι,μεγαλώνω

croix[n]

σταυρός,χριστιανικό σύμβολο

croquant[n][adj]

κροκάν αμυγδάλου,κρουστό αμυγδάλου • τραγανός,κριτσανιστός

croquer[v]

τραγανίζω,μασώ δυνατά

croquis[n]

σκίτσο,προσχέδιο

croupier[n]

κρουπιέ,μοιραστής

croustillant[adj]

τραγανός,κριτσανιστός

croûte[n]

φλοιός,κρούστα

croûteux[adj]

κρούστας,καλυμμένος με κρούστα

croyance[n]

πιστεύω,πεποίθηση

croyant[adj]

θρησκευτικός,πιστός

cru[adj]

ωμός,αψημένος

cruauté[n]

αγριότητα,αυστηρότητα

crucial[adj]
crudités[n]

ωμά λαχανικά,ορεκτικό με ωμά λαχανικά

crue[n]

πλημμύρα,πλημμυρίδα

crustacé[n]

καρκινοειδές,οστρακόδερμο

cryptage[n]
cube[n]

κύβος,κανονικό εξάεδρο

cubique[adj]

κυβικός,σε σχήμα κύβου

cubisme[n]

κυβισμός,κυβιστικό κίνημα

cuboïde[n]

ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο,κυβοειδές

cueillir[v]

μαζεύω, τραβάω

cuiller[n]

κουτάλι,κουταλάκι

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή