craquer
cra
kʁa
kra
quer
ke
ke
claquercroquercraqueler

Ορισμός και σημασία του "craquer"στα γαλλικά

craquer
01

τρίζω, κροτώ

faire un bruit sec et répétitif, comme un craquement ou un grincement 
craquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
craque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
craquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
craquerai
ενεστώτα μετοχή
craquant
παθητική μετοχή
craqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
craquions
Παραδείγματα
Le plancher craque quand on marche dessus. 

Το πάτωμα τρίζει όταν περπατάς πάνω του.

02

ερωτεύομαι, γοητεύομαι από

tomber amoureux de quelqu'un ou être très attiré par quelque chose 
craquer definition and meaning
Παραδείγματα
J'ai craqué sur cette jolie petite blonde. 

Ερωτεύτηκα αυτή την όμορφη μικρή ξανθιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store