Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
craquer
01
τρίζω, κροτώ
faire un bruit sec et répétitif, comme un craquement ou un grincement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
craque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
craquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
craquerai
ενεστώτα μετοχή
craquant
παθητική μετοχή
craqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
craquions
Παραδείγματα
Le plancher craque quand on marche dessus.
Το πάτωμα τρίζει όταν περπατάς πάνω του.
02
ερωτεύομαι, γοητεύομαι από
tomber amoureux de quelqu'un ou être très attiré par quelque chose
Παραδείγματα
J'ai craqué sur cette jolie petite blonde.
Ερωτεύτηκα αυτή την όμορφη μικρή ξανθιά.



























