craquant
cra
kʁa
κρα
quant
kɑ̃
κα
croquant

Ορισμός και σημασία του "craquant"στα γαλλικά

01

αξιολάτρευτος, γοητευτικός

qui attire l'affection ou le plaisir, mignon, séduisant 
craquant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus craquant
συγκριτικός βαθμός
plus craquant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
craquant
αρσενικό πληθυντικό
craquants
θηλυκό ενικό
craquante
θηλυκό πληθυντικό
craquantes
θεματικό πεδίο
apparence, émotion, attrait
Παραδείγματα
Ce petit chat est vraiment craquant. 

Αυτή η μικρή γάτα είναι πραγματικά γοητευτική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store