Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le cresson
[gender: masculine]
01
νερόκρεμμυδο, καρδαμώνα
plante aquatique ou semi-aquatique aux feuilles vertes, au goût légèrement poivré, souvent utilisée dans les salades ou comme garniture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le cresson est riche en vitamines et minéraux.
Το κάρδαμο είναι πλούσιο σε βιταμίνες και μέταλλα.



























