croître
croître
kʁwɑtʁ
krvaatr
cloître

Ορισμός και σημασία του "croître"στα γαλλικά

croître
01

αυξάνομαι, μεγαλώνω

augmenter en taille, en volume, en quantité ou en intensité 
croître definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
crois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
croissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
croîtrai
ενεστώτα μετοχή
croissant
παθητική μετοχή
crû
α΄ πληθυντικό παρατατικού
croissions
Παραδείγματα
La population de la ville croît rapidement. 

Ο πληθυσμός της πόλης αυξάνεται γρήγορα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store