croître
Pronunciation
/kʁwˈatʁ/

Ορισμός και σημασία του "croître"στα γαλλικά

croître
01

αυξάνομαι, μεγαλώνω

augmenter en taille, en volume, en quantité ou en intensité
croître definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
crois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
croissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
croîtrai
ενεστώτα μετοχή
croissant
παθητική μετοχή
crû
α΄ πληθυντικό παρατατικού
croissions
Παραδείγματα
La demande pour ce produit croît continuellement.
Η ζήτηση για αυτό το προϊόν αυξάνεται συνεχώς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store