Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
croître
01
αυξάνομαι, μεγαλώνω
augmenter en taille, en volume, en quantité ou en intensité
Παραδείγματα
La demande pour ce produit croît continuellement.
Η ζήτηση για αυτό το προϊόν αυξάνεται συνεχώς.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αυξάνομαι, μεγαλώνω