Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
croître
01
αυξάνομαι, μεγαλώνω
augmenter en taille, en volume, en quantité ou en intensité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
crois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
croissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
croîtrai
ενεστώτα μετοχή
croissant
παθητική μετοχή
crû
α΄ πληθυντικό παρατατικού
croissions
Παραδείγματα
La demande pour ce produit croît continuellement.
Η ζήτηση για αυτό το προϊόν αυξάνεται συνεχώς.



























